Ερευνητικά προγράμματα

A]

Μέτρηση της Τεχνολογικής Προόδου με την Προσέγγιση της Πλήρους Ισορροπίας των Κλάδων: η περίπτωση της Ελληνικής Οικονομίας

Στόχος του προτεινόμενου ερευνητικού έργου είναι η ανάλυση των επιπτώσεων της συνολικής παραγωγικότητας των παραγωγικών συντελεστών (TFP) στις τιμές, που εξετάζονται στο πλαίσιο της πλήρους ισορροπίας των κλάδων (Full Industry Equilibrium-FIE) (Arrigo Opocher & Ian Steedman (2015)) χρησιμοποιώντας στοιχεία από την ελληνική οικονομία. Αυτή η προσέγγιση βασίζεται στη σύγχρονη κλασική οικονομική θεωρία και επιχειρεί να συνδυάσει δύο ανταγωνιστικές προσεγγίσεις στη μικροοικονομία, δηλαδή τη νεοκλασική μακροχρόνια θεωρία της επιχείρησης και την κλασική εκδοχή της οικονομίας από τον Sraffa. Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν ένα κοινό έδαφος και η συγχώνευσή τους μπορεί να χρησιμοποιηθεί με αξιοποίηση για την ανάπτυξη πιο λογικών μικροοικονομικών αρχών που οδηγούν σε αυστηρότερα θεωρητικά συμπεράσματα πρακτικής σημασίας. Μια τέτοια σύνθεση των δύο προσεγγίσεων δεν έχει δοκιμαστεί πριν. Η σύνθεση αφορά μόνο την πλευρά της οικονομίας της παραγωγής ή της προσφοράς (όχι της ζήτησης από πλευράς καταναλωτών), όπου οι επιπτώσεις καθορίζονται στη μακροχρόνια περίοδο.

Η προσέγγιση FIE επιτυγχάνει τη σύνθεση μεταξύ των δύο θεωριών μέσω της μεθόδου της συγκριτικής στατικής ανάλυσης, σύμφωνα με την οποία ξεκινάει μια κατάσταση ισορροπίας και στη συνέχεια υποθέτουμε μια εξωγενή αλλαγή σε μια μεταβλητή, όπως για παράδειγμα του πραγματικού μισθού, της φορολογίας, των όρων εμπορίου ή του κόστους μιας εισροής (π.χ. η τιμή του πετρελαίου), της παραγωγικότητας των συντελεστών κλπ. Στη συνέχεια, το αντικείμενο της μελέτης γίνεται η μεταβολή όλων των σχετικών τιμών, οι οποίες, μετά το προαναφερθέν εξωγενές γεγονός, πρέπει να αλλάξουν με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι συνεπής με την επίτευξη μηδενικών μέγιστων κερδών που απολαμβάνονται από όλους τους κλάδους. Αυτό ονομάζεται, χρησιμοποιώντας έναν όρο του Wicksell, «πλήρης ισορροπία των κλάδων» (Full Industry Equilibrium-FIE). Το επίμαχο ζήτημα αφορά την πρόβλεψη του σημείου των μεταβολών αυτών των τιμών λαμβάνοντας υπόψη τη διακλαδική διάρθρωση της οικονομίας και την επίτευξη του τελικού καθεστώτος ισορροπίας, όπου δεν υπάρχουν καθαρά (υπερβάλλοντα) κέρδη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η FIE διαφέρει από τη νεοκλασική γενική ισορροπία, δεδομένου ότι δεν λαμβάνει υπόψη τις προτιμήσεις των καταναλωτών ή τις αποφάσεις που σχετίζονται με αυτές.

Επιπλέον, κατά την εξέταση της θεωρίας της επιχείρησης σε περιβάλλον FIE, η επιχείρηση σε έναν κλάδο ανταγωνίζεται άλλες παρόμοιες εταιρείες για παραγόμενες και μη παραγόμενες (πρωτογενείς) εισροές στο πλαίσιο του συστήματος μηδενικών μέγιστων καθαρών κερδών. Πρόκειται για μια άλλη μεθοδολογική παραχώρηση στην τυποποιημένη νεοκλασική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η απλή παρουσία κερδών αρκεί για να προσελκύσει μια εισροή επιχειρήσεων μέχρι το κέρδος να είναι ίσο με το μηδέν, χωρίς να διακρίνει τις δύο διαφορετικές πηγές. Στη FIE συχνά υιοθετείται η χρήση διπλά διαφοροποιήσιμων (twice differentiable) συναρτήσεων κόστους και συχνά αποκλείεται πιθανή συμπληρωματικότητα μεταξύ των εισροών. Με άλλα λόγια, οι συναρτήσεις κόστους που χρησιμοποιούνται στην ανάλυση γίνεται η υπόθεση ότι είναι «καλά συμπεριφερόμενες». Ο ανταγωνισμός οδηγεί σε αλλαγές στη δομή των σχετικών τιμών των αγαθών και, όσον αφορά τις τιμές των πρωτογενών εισροών, είναι δυνατόν να προκύψουν ποιοτικοί περιορισμοί στο πλαίσιο της συγκριτικής στατικής ανάλυσης.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, εξετάζονται οι επιπτώσεις της συνολικής παραγωγικότητας των παραγωγικών συντελεστών (TFP) στις τιμές, στο πλαίσιο της FIE. Αυτές οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι παρόμοιες με εκείνες της φορολογίας, αλλά υπάρχει μια σημαντική διαφορά στο ότι, ενώ η φορολογία είναι μια άμεση μεταβλητή πολιτικής, η παραγωγικότητα δεν είναι. Ο ρυθμός αύξησης της TFP στα νεοκλασικά οικονομικά προσδιορίζεται υπολειμματικά μετά την αφαίρεση των ρυθμών ανάπτυξης των εισροών (παραγωγικών συντελεστών) που σταθμίζονται με βάση τα εισοδήματά τους από τον ρυθμό αύξησης της παραγωγής. Το πλεονέκτημα της προσέγγισης της FIE είναι ότι κατανέμει τις τεχνολογικές μεταβολές που μετρούνται από την TFP σε μέσες τιμές πρωτογενούς παραγωγής και διανομής. Επιπλέον, η λογιστική των τιμών της FIE επιτρέπει τον εντοπισμό των συνιστωσών τάσης της παραγωγικότητας σε κάθε επιμέρους κλάδο. Τέλος, η μεταβολή των πρωτογενών τιμών εισροών μπορεί να αναλυθεί ως προς την αλλαγή της παραγωγικότητας του κλάδου ‘αφ εαυτού’ (per se) και στις μεταβολές που οφείλονται σε άλλους κλάδους. Η TFP των διάφορων κλάδων της ελληνικής οικονομίας (σύμφωνα με την κωδικοποίηση NACE αναθ. 2 αντιστοιχισμένο με την κωδικοποίηση των πινάκων εισροών-εκροών της ελληνικής οικονομίας) θα μετρηθεί χρησιμοποιώντας την προαναφερθείσα μεθοδολογία σύμφωνα με την νεοκλασική προσέγγιση και την προσέγγιση FIE και θα αναδειχθούν οι διαφορές μεταξύ των δύο προσεγγίσεων. Η μέτρηση της παραγωγικότητας σε κάθε κλάδο της ελληνικής οικονομίας εφαρμόζοντας τη μεθοδολογία FIE έχει σημασία για την άσκηση οικονομικής πολιτικής, διότι μπορεί να δείξει ότι οι επιδράσεις της τεχνολογικής προόδου στην παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής είναι διαφορετικές όταν η χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία αποκλίνει από εκείνη της ορθόδοξης νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας.

Νικόλαος Τσούνης

Καθηγητής

18 μήνες

(1/5/2019-31/10/2020)

5.000 ευρώ

ΕΛΚΕ

Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

-

B]

«Υιοθέτηση των Κοινωνικών δικτύων και η επίδρασή τους στη λειτουργικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων τροφίμων και ποτών»

Το έργο αυτό έχει σχεδιαστεί για να συμβάλλει τόσο στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία όσο και στις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα τους δυνητικούς εξαγωγείς άμεσα με την παροχή βασικών πληροφοριών και κατευθυντήριων γραμμών που θα βοηθήσουν στην αξιολόγηση και βελτίωση της στρατηγικής τους για τα κοινωνικά δίκτυα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη χρηματοοικονομική όσο και τη μη χρηματοοικονομική  ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης.

Η πρόταση έχει τους παρακάτω κύριους στόχους:

- Πρώτον, να αναπτυχθεί για πρώτη φορά ένα εκτεταμένο εμπειρικό μοντέλο για την κατανόηση, την εφαρμογή και τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών μέσων στην απόδοση της επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη θεωρητική όσο και την εμπειρική βιβλιογραφία Πώς επηρεάζουν τα κοινωνικά δίκτυα τα συστήματα μέτρησης επιδόσεων (PMS), αλλαγές στις μεθόδους μέτρησης, δείκτες απόδοσης και  εφαρμογή τους.

- Δεύτερον, να συλλεγούν δευτερογενή στοιχεία από αξιόπιστες πηγές για τη χρήση των κοινωνικών δικτύων από τις επιχειρήσεις, να προταθούν συγκεκριμένοι και αξιόπιστοι δείκτες μέτρησης, να γίνει κατανόηση των στρατηγικών κοινωνικών δικτύων και να διερευνηθεί η αποτελεσματικότητα αυτών των στρατηγικών.

- Τρίτον, να διερευνηθούν οι επιπτώσεις των κοινωνικών μέσων στην αποδοτικότητα της επιχείρησης (οικονομική, επιχειρησιακή και εταιρική κοινωνική απόδοση), να αναλυθεί ο τρόπος με τον οποίο τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να αποτελέσουν αξιοσημείωτη πηγή ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, χρησιμοποιώντας συνδυασμό οικονομικών δεδομένων και δεικτών μέτρησης της χρήσης κοινωνικών μέσων από τις επιχειρήσεις.

- Τέταρτον με βάση το προτεινόμενο θεωρητικό υπόδειγμα, την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και τα εμπειρικά αποτελέσματα, να προταθούν κατευθυντήριες γραμμές για το σχεδιασμό κατάλληλων στρατηγικών κοινωνικών δικτύων, που θα οδηγήσουν σε αύξηση της αποτελεσματικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων τροφίμων και αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους.

Ως αντικείμενο μελέτης επιλέγονται οι επιχειρήσεις παραγωγής τροφίμων, διότι ο ρόλος των εγχώριων βιομηχανιών τροφίμων και ποτών παραμένει θεμελιώδης για την ελληνική μεταποιητική βιομηχανία και ευρύτερα την ελληνική οικονομία ακόμη και σε αυτήν την πολύ δύσκολη περίοδο ύφεσης που διανύει η χώρα. Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών είναι μια δυναμική, ανταγωνιστική και εξωστρεφής βιομηχανία με σημαντική επενδυτική και επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια και σε όλη την Ευρώπη, με δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης και σημαντικό ρόλο στην τόνωση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων και ποτών αποτελεί σταθερά μία από τις σημαντικότερες βιομηχανίες  της εγχώριας οικονομίας και μία από τις κινητήριες δυνάμεις της ελληνικής μεταποιητικής βιομηχανίας. Συγκεκριμένα, είναι ο πρώτος κλάδος μεταξύ των άλλων κλάδων της μεταποιητικής παραγωγής σε αξία (20,4%) και σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (19,7%) και  δεύτερος σε μέγεθος κύκλου εργασιών (20,2%) (IOBE, 2014).

Ασπασία Βλάχβεη

Καθηγήτρια

18 μήνες

(1/5/2019-31/10/2020)

5000 ευρώ

ΕΛΚΕ

Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

-

TOP